"..Εσύ γεννάς τη θάλασσα.. και χτίζεις το καράβι.. Είσαι το εδώ και το αλλού, είσαι η οργή του γυρισμού, το δάκρυ του αποχωρισμού και το ταξίδι σου είσαι εσύ.. Είσαι το κύμα το νησί, είσαι ο αέρας το πανί, και το άσπρο μου μαντήλι.."
(Αφιερωμενο σε καποιες αγαπημενες μου φατσουλες εκει εξω.. που εχω να δω μερες.. απο Σαλονικη μεχρι Σαουθαμπτον.. οπου κι αν ειναι, ελπιζω να ειναι καλα..)
Τα φωτα σβηνουν και μια φιγουρα με μακρυα μαλλια εμφανιζεται στο πισω μερος της σκηνης..φοραει την κιθαρα του..κι αρχιζει με λιγες νοτες.. να παιζει,να τραγουδα και να συνηθιζει την παρουσια του κοσμου.. σαν να κανει κατι πρωτογνωρο και να προσπαθει να προσαρμοστει..
Το χειροκροτημα βγηκε αβιαστα,οπως και το χαμογελο στο προσωπου του Αλκινοου.. ενα πρωτο μισαωρο σχετικα τυπικο και σφιγμενο..
Ωσπου αρχισαν τα αστεια αναμεσα στα κομματια.. κι απο τα αστεια περασαμε σε αυτοσχεδιασμους και σε παιχνιδια.. και τη σκυταλη επαιρνε μια ο Σταυρος Λαντσιας με τους αυτοσχεδιασμους στα πληκτρα και μια ο Μιχαλης Καπηλιδης με τις κρουστες εμπνευσεις του..
Κι υστερα η ωρα περασε αρκετα..οπως και τα χρονια για τα οποια μιλα ο αλκινοος στο κομματι "σταγονες στο γιαλο".. μας χαιρετα προσωρινα μα εμφανιζεται και παλι.. μονος με μια κιθαρα.. την αποσυνδεει απο την ενισχυση.. ερχεται στο κεντρο της σκηνης.. και μια παρεα ολοι μαζι διχως μικροφωνα..λεμε το κομματι "Ζηνωνος" του Νικου Ζουδιαρη.. και συνεχιζουμε για λιγο ακουστικα..μεχρι το Ηταν Αναγκη..οπου εμφανιζεται παλι ολη η μπαντα επι σκηνης..
Τελευταιο κομματι το Οσα η αγαπη ονειρευεται.. κι εκει που ολοι αρχισαν να ονειρευονται και να τραγουδουν ηρθε και το καληνυχτα.. ηρθε και το χειροκροτημα..αδειασε και το θεατρο..
Αδεια καθισματα.. εκει που πριν ηταν γεματο κοσμο και ζωη..
"αυτος ο κοσμος που αλλαζει.."
Με μια μπυρα στο χερι πηραμε το δρομο της επιστροφης στο σπιτι..χωρις να μιλαμε οι περισσοτεροι.. και να'μαι εδω με μια μπυρα στο χερι και παλι.. να σας λεω την καληνυχτα μου..αφηνοντας να απολαυσετε το επομενο κομματι..
Έχω μια λέξη για να πω μα είναι το στόμα μου κλειστό Και την κρατάω μέσα μου να μεγαλώνει Γύρω μου απλώνει Το φιλοθεάμων μου κενό σ’ ένα μονόλογο παλιό Ένα μεγάλο βόδι μου πατάει τη γλώσσα Ψυχή μου κλώσσα
Μου είχες πει κάποια φορά, μέσα στα λόγια τα πολλά, Πώς πριν κατέβουμε στη γη είμαστε στ’ αστέρια Σπασμένα χέρια Τώρα μου δίνεις να πιαστώ και τον μικρό μου εαυτό Μέχρι την άλλη μου ζωή θα ξεπουλάω Σε ποιόν χρωστάω; Σε ποιόν τη λέξη μου να πω και ποιού το χέρι τρυφερά θα την κρατήσει; Πού έχω ζήσει; Σε τίνος τ’ όνειρο να μπω, μια λέξη μόνο να του πω Και να το σκάσω Αχ, να ξεχάσω!
Λέγαν σαν ήμουνα μικρός πώς είναι ο κόσμος σκοτεινός Μα από τα φώτα τα πολλά πώς έχω λιώσει;;; Έχω πληρώσει Έδωσα χώμα και νερό, μήπως οφείλω ό,τι ακριβό έχω γνωρίσει κι ό,τι γνήσιο έχω ζήσει Έχω ξοφλήσει
Έχω μια λέξη για να πω, μα είναι το στόμα μου κλειστό Και την κρατάω μέσα μου να μεγαλώνει Και με σκοτώνει Σε ένα ισόβιο τοκετό, το ένα μου μέρος το κρυφό Και νιώθω μέσα απ' τη βαθιά μου εγκυμοσύνη Αυτό που φτύνει η τεχνητή μας νοημοσύνη Ευγνωμοσύνη
"με αφορμη το νεο δισκο του Αλκινοου με τιτλο ΝΕΡΟΠΟΝΤΗ,ειπα να θυμηθουμε ενα πιο παλιο ποιημα του,απλα μα ομορφα μελωποιημενο..με νοηματα που ταιριαζουν στο κλιμα των ημερων!!"